ἐλλείπω

ἐλ|λείπω / ἐπι|λείπω на расстоянии от кого; 3. неперех. убывать, убавляться; отставать (ср. ἔλλειψις; ἔκλειψις затмение луны, солнца)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐλλείπω" в других словарях:

  • ἐλλείπω — leave in pres subj act 1st sg ἐλλείπω leave in pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελλείπω — (AM ἐλλείπω) λείπω από ένα σύνολο, δεν υπάρχω μσν. νεοελλ. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) τα ελλείποντα οι ελλείψεις αρχ. 1. εγκαταλείπω 2. καθυστερώ καταβολή οφειλομένων 3. παραλείπω 4. αποδεικνύομαι ελλιπής 5. είμαι πολύ μικρός 6. (με γεν. πράγματος)… …   Dictionary of Greek

  • ἐλλελειμμένα — ἐλλείπω leave in perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐλλελειμμένᾱ , ἐλλείπω leave in perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐλλελειμμένᾱ , ἐλλείπω leave in perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείπῃ — ἐλλείπω leave in pres subj mp 2nd sg ἐλλείπω leave in pres ind mp 2nd sg ἐλλείπω leave in pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλιμπάνετε — ἐλλείπω leave in pres imperat act 2nd pl ἐλλείπω leave in pres ind act 2nd pl ἐλλείπω leave in imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλιμπάνῃ — ἐλλείπω leave in pres subj mp 2nd sg ἐλλείπω leave in pres ind mp 2nd sg ἐλλείπω leave in pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλειπόμενον — ἐλλείπω leave in pres part mp masc acc sg ἐλλείπω leave in pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλειπόντων — ἐλλείπω leave in pres part act masc/neut gen pl ἐλλείπω leave in pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλειφθέντα — ἐλλείπω leave in aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐλλείπω leave in aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλελειμμένον — ἐλλείπω leave in perf part mp masc acc sg ἐλλείπω leave in perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλελειμμένων — ἐλλείπω leave in perf part mp fem gen pl ἐλλείπω leave in perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.